Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plyers
01
πένσα, τσιμπίδα
a gripping hand tool with two hinged arms and (usually) serrated jaws
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plyers
LanGeek



























