Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backwoodsman
01
χωριάτης, αγροίκος
a person perceived as uncultured, unsophisticated, or socially backward, often stereotypically associated with rural or remote areas
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backwoodsmen
Παραδείγματα
The politician dismissed rural voters as simple backwoodsmen.
Ο πολιτικός απέρριψε τους αγροτικούς ψηφοφόρους ως απλούς αναχρονιστικούς χωριάτες.



























