Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plush
01
πολυτελής, περίφανος
luxurious and expensive, often suggesting comfort and high quality
Approving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
plushest
συγκριτικός βαθμός
plusher
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The luxury cruise ship offered plush cabins with private balconies, allowing passengers to enjoy breathtaking ocean views in comfort.
Το πολυτελές κρουαζιερόπλοιο προσέφερε πολυτελή καμπίνες με ιδιωτικές βεράντες, επιτρέποντας στους επιβάτες να απολαμβάνουν εντυπωσιακές θάλασσες θέα με άνεση.
02
μαλακό και παχύ, απαλό
(of a fabric) soft and thick in texture
Παραδείγματα
The plush blanket kept her cozy on a cold night.
Η απαλή κουβέρτα την κράτησε ζεστή σε μια κρύα νύχτα.
Plush
01
πλούς, βελούδο
a soft, velvety fabric, often used for upholstery or toys
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The plush curtains gave the room a cozy feel.
Οι βλούδιες κουρτίνες έδωσαν στο δωμάτιο μια ζεστή αίσθηση.



























