plural form
plural
plʊərəl
pluerēl
form
fɔ:m
fawm

Ορισμός και σημασία του "plural form"στα αγγλικά

01

πληθυντικός τύπος

a grammatical structure or form of a word that refers to more than one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plural forms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store