Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plural
01
πληθυντικός, πληθυντικοί
(grammar) describing words that are indicating the presence of more than one person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
grammar, linguistics
Παραδείγματα
In English, when you add an "s" to most nouns, it turns them into their plural form.
Στα αγγλικά, όταν προσθέτετε ένα "s" στα περισσότερα ουσιαστικά, τα μετατρέπει στη πληθυντική τους μορφή.
02
πληθυντικός, πολλαπλός
consisting of more than one member, unit, or type
Παραδείγματα
The committee has a plural membership.
Η επιτροπή έχει πολυπληθή συμμετοχή.
Plural
01
πληθυντικός, πληθυντική μορφή
the form of a word used to indicate more than one entity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plurals
Παραδείγματα
"Cats" is the plural of "cat."
Το "Cats" είναι ο πληθυντικός του "cat".
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
plurality
pluralize
plural



























