plural
plu
ˈplʊ
ploo
ral
rəl
rēl
pleural

Ορισμός και σημασία του "plural"στα αγγλικά

01

πληθυντικός, πληθυντικοί

(grammar) describing words that are indicating the presence of more than one person or thing 
plural definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In English, when you add an "s" to most nouns, it turns them into their plural form. 

Στα αγγλικά, όταν προσθέτετε ένα "s" στα περισσότερα ουσιαστικά, τα μετατρέπει στη πληθυντική τους μορφή.

02

πληθυντικός, πολλαπλός

consisting of more than one member, unit, or type 
Παραδείγματα
The committee has a plural membership. 

Η επιτροπή έχει πολυπληθή συμμετοχή.

01

πληθυντικός, πληθυντική μορφή

the form of a word used to indicate more than one entity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plurals
Παραδείγματα
"Cats" is the plural of "cat." 

Το "Cats" είναι ο πληθυντικός του "cat".

Λεξικό Δέντρο

plurality
pluralize
plural
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store