plumber
plumb
ˈplʌm
plam
er
ə
ē
bummerhummercomer

Ορισμός και σημασία του "plumber"στα αγγλικά

01

υδραυλικός, σωληνάς

someone who installs and repairs pipes, toilets, etc. 
plumber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plumbers
Παραδείγματα
The plumber fixed the leaky faucet in the kitchen, stopping the constant drip. 

Ο υδραυλικός επισκεύασε τη στάξιμο βρύση στην κουζίνα, σταματώντας τη συνεχή στάξιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

plumber
plumb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store