Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plug in
[phrase form: plug]
01
συνδέω, βάζω στην πρίζα
to connect something to an electrical port
Transitive: to plug in an electric device
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
plug
ενεστώτας
plug in
γ΄ ενικό πρόσωπο
plugs in
ενεστώτα μετοχή
plugging in
απλός αόριστος
plugged in
παθητική μετοχή
plugged in
Παραδείγματα
The laptop battery was running low, so she had to plug it in to continue working.
Η μπαταρία του laptop ήταν χαμηλή, έτσι έπρεπε να το συνδέσει για να συνεχίσει να δουλεύει.



























