Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plug in
01
συνδέω, βάζω στην πρίζα
to connect something to an electrical port
Transitive: to plug in an electric device
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
plug
ενεστώτας
plug in
γ΄ ενικό πρόσωπο
plugs in
ενεστώτα μετοχή
plugging in
απλός αόριστος
plugged in
παθητική μετοχή
plugged in
Παραδείγματα
Before using the new appliance, make sure to read the instructions and know how to safely plug it in.
Πριν χρησιμοποιήσετε τη νέα συσκευή, βεβαιωθείτε ότι έχετε διαβάσει τις οδηγίες και γνωρίζετε πώς να την συνδέσετε με ασφάλεια.



























