Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plug away
01
συνεχίζω να δουλεύω σκληρά, εξακολουθώ παρά τις δυσκολίες
to keep working hard, even when faced with difficulties or challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
plug
ενεστώτας
plug away
γ΄ ενικό πρόσωπο
plugs away
ενεστώτα μετοχή
plugging away
απλός αόριστος
plugged away
παθητική μετοχή
plugged away
Παραδείγματα
Despite the challenges, he plugged away and achieved top grades.
Παρά τις προκλήσεις, συνέχισε να εργάζεται σκληρά και πέτυχε τους υψηλότερους βαθμούς.



























