to plug away
Pronunciation
/plˈʌɡ ɐwˈeɪ/

Ορισμός και σημασία του "plug away"στα αγγλικά

to plug away
01

συνεχίζω να δουλεύω σκληρά, εξακολουθώ παρά τις δυσκολίες

to keep working hard, even when faced with difficulties or challenges
to plug away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
plug
ενεστώτας
plug away
γ΄ ενικό πρόσωπο
plugs away
ενεστώτα μετοχή
plugging away
απλός αόριστος
plugged away
παθητική μετοχή
plugged away
Παραδείγματα
Despite the challenges, he plugged away and achieved top grades.
Παρά τις προκλήσεις, συνέχισε να εργάζεται σκληρά και πέτυχε τους υψηλότερους βαθμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store