plethora
ple
ˈplɛ
ple
tho
θə
thē
ra
ra
ra

Ορισμός και σημασία του "plethora"στα αγγλικά

01

πληθώρα, αφθονία

a great or excessive number or amount of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plethoras
Παραδείγματα
The garden boasts a plethora of colorful flowers. 

Ο κήπος διαθέτει μια πληθώρα από πολύχρωμα λουλούδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store