pleonasm
pleo
ˈpli:ə
pliē
na
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "pleonasm"στα αγγλικά

01

πλεονασμός, περιττολογία

(linguistics) the redundant use of words in a way that might be considered a fault of style, or to create an emphatic effect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pleonasms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store