pleb
pleb
plɛb
pleb
blebebbrebweb

Ορισμός και σημασία του "pleb"στα αγγλικά

01

πληβείος, λαϊκός

a person considered low-class, unsophisticated, or common 
αποδοκιμαστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plebs
Παραδείγματα
Only a pleb would eat fast food for breakfast. 

Μόνο ένας πληβείος θα έτρωγε fast food για πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store