Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pleat
01
πτυχή, πλισέ
a kind of fold in a piece of cloth that is doubled over on itself and fixed in its place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pleats
to pleat
01
πλισάρω, συγκεντρώνω
pleat or gather into a ruffle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pleat
γ΄ ενικό πρόσωπο
pleats
ενεστώτα μετοχή
pleating
απλός αόριστος
pleated
παθητική μετοχή
pleated
02
πλισάρω, δημιουργώ πτυχές
fold into pleats



























