Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plea
01
δήλωση, υπεράσπιση
(law) a formal statement made by someone confirming or denying their accusation
Παραδείγματα
The defense attorney argued for a reduction in charges based on the plea bargain negotiated with the prosecution.
Ο δικηγόρος υπεράσπισης υποστήριξε τη μείωση των κατηγοριών με βάση την ομολογία που διαπραγματεύτηκε με την εισαγγελία.
02
ικεσία, παρακάλεσμα
a sincere and humble request, often made in times of need or desperation
Παραδείγματα
The workers ' plea for better working conditions was finally heard by the management.
Η ικεσία των εργαζομένων για καλύτερες συνθήκες εργασίας άκουσες τελικά από τη διοίκηση.



























