plea
plea
pli:
pli
pilea

Ορισμός και σημασία του "plea"στα αγγλικά

01

δήλωση, υπεράσπιση

(law) a formal statement made by someone confirming or denying their accusation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pleas
Παραδείγματα
The defendant entered a plea of not guilty to the charges. 

Ο κατηγορούμενος υπέβαλε έκκληση μη ένοχος για τις κατηγορίες.

02

ικεσία, παρακάλεσμα

a sincere and humble request, often made in times of need or desperation 
Παραδείγματα
She ignored his plea for forgiveness, unwilling to give him another chance. 

Αγνόησε την ικεσία του για συγχώρεση, δεν ήθελε να του δώσει άλλη ευκαιρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store