Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playing card
01
τραπουλόχαρτο
one of the set of 52 cards with unique symbols and numbers on one side, used in specific card games
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playing cards
Παραδείγματα
The playing cards were worn out from years of use but still functional.
Οι τράπουλες είχαν φθαρεί από χρόνια χρήσης αλλά ήταν ακόμα λειτουργικές.



























