playfellow
Pronunciation
/plˈeɪfɪlˌoʊ/

Ορισμός και σημασία του "playfellow"στα αγγλικά

01

συμπαίκτης, παιχνιδιάρης

a companion at play
playfellow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playfellows
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store