planar
Pronunciation
/ˈpɫeɪnɝ/

Ορισμός και σημασία του "planar"στα αγγλικά

01

επίπεδος, ομαλός

flat or level, with length and width but no depth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most planar
συγκριτικός βαθμός
more planar
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In the presentation, the planar diagrams helped clarify the layout of the new office space, showing only the horizontal arrangement.
Στην παρουσίαση, τα επίπεδα διαγράμματα βοήθησαν να διευκρινιστεί η διάταξη του νέου χώρου γραφείου, δείχνοντας μόνο την οριζόντια διάταξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store