plaid
plaid
plæd
plād
placid

Ορισμός και σημασία του "plaid"στα αγγλικά

01

πλέιντ, ύφασμα με σχέδιο τετραγώνων

a cloth with a pattern marked by intersecting straight lines or paths 
plaid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plaids
Παραδείγματα
She wore a plaid to keep warm during the cold hike. 

Φορούσε ένα plaid για να μείνει ζεστή κατά τη διάρκεια της κρύας πεζοπορίας.

02

πλέιντ, τάρταν

a long piece of cloth traditionally worn over the shoulder as part of Scottish Highland dress 
plaid definition and meaning

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store