Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaguey
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
causing irritation or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
plaguiest
συγκριτικός βαθμός
plaguier
διαβαθμίσιμο
02
μεταδοτικός, επιδημικός
likely to spread and cause an epidemic disease
plaguey
01
ενοχλητικά, δυσάρεστα
in a disagreeable manner
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
plaguey
plague



























