Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Placard
01
αφίσα, πλακάτ
a sign or poster that is usually used for public display, often for advertising or promoting a message or cause
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
placards
Παραδείγματα
They handed out placards at the demonstration to encourage people to join the cause.
Μοίρασαν αφίσες στη διαδήλωση για να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να ενταχθούν στο σκοπό.
to placard
01
ανακοινώνω, δημοσιεύω
publicize or announce by placards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
placard
γ΄ ενικό πρόσωπο
placards
ενεστώτα μετοχή
placarding
απλός αόριστος
placarded
παθητική μετοχή
placarded
02
αναρτώ, δημοσιεύω
post in a public place



























