Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pivotal
01
κεντρικός, κρίσιμος
playing a crucial role or serving as a key point of reference
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pivotal
συγκριτικός βαθμός
more pivotal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The research findings were pivotal in shaping the scientific community's understanding of the newly discovered phenomenon.
Τα ευρήματα της έρευνας ήταν κρίσιμα για το σχηματισμό της κατανόησης της επιστημονικής κοινότητας για το νεοανακαλυφθέν φαινόμενο.
02
κεντρικός, κλειδί
having a central or key position in relation to the functioning or movement of something, especially as the point around which something turns or depends
Παραδείγματα
The engineer adjusted the pivotal component of the machine, ensuring its proper operation.
Ο μηχανικός προσάρμοσε το κεντρικό στοιχείο του μηχανήματος, διασφαλίζοντας τη σωστή λειτουργία του.
Λεξικό Δέντρο
pivotal
pivot



























