Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pivotal
01
κεντρικός, κρίσιμος
playing a crucial role or serving as a key point of reference
Παραδείγματα
The pivotal role of volunteers in disaster relief efforts is evident in their ability to provide immediate assistance to affected communities.
Ο κεντρικός ρόλος των εθελοντών στις προσπάθειες αντιμετώπισης καταστροφών είναι εμφανής στην ικανότητά τους να παρέχουν άμεση βοήθεια στις πληγείσες κοινότητες.
02
κεντρικός, κλειδί
having a central or key position in relation to the functioning or movement of something, especially as the point around which something turns or depends
Παραδείγματα
The pivotal wheel of the clock controls the movement of the other gears, keeping time accurately.
Ο κεντρικός τροχός του ρολογίου ελέγχει την κίνηση των άλλων γραναζιών, διατηρώντας ακριβώς τον χρόνο.
Λεξικό Δέντρο
pivotal
pivot



























