Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pitch in
01
επιτίθεμαι, εισβάλλω
to eat eagerly and in large amounts
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
pitch
ενεστώτας
pitch in
γ΄ ενικό πρόσωπο
pitches in
ενεστώτα μετοχή
pitching in
απλός αόριστος
pitched in
παθητική μετοχή
pitched in
Παραδείγματα
As soon as the buffet was opened, guests started to pitch in.
Μόλις άνοιξε το μπουφέ, οι επισκέπτες άρχισαν να τρώνε με μεγάλη όρεξη.
02
συνεισφέρω, συμμετέχω
to contribute to a task, usually alongside others
Intransitive
Παραδείγματα
When the community center needed repairs, everyone from the neighborhood pitched in.
Όταν το κοινοτικό κέντρο χρειάστηκε επισκευές, όλοι στη γειτονιά συμβάλλουν.



























