Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pitchfork
01
δικράνι, δικράνι για σανό
a long-handled hand tool with sharp widely spaced prongs for lifting and pitching hay
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pitchforks
to pitchfork
01
σηκώνω με τσουγκράνα, ανυψώνω με τσουγκράνα
lift with a pitchfork
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
pitchfork
γ΄ ενικό πρόσωπο
pitchforks
ενεστώτα μετοχή
pitchforking
απλός αόριστος
pitchforked
παθητική μετοχή
pitchforked



























