Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pistachio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pistachios
Παραδείγματα
The grocery store had bags of shelled pistachios in the snack aisle.
Το μπακάλικο είχε σακούλες με φιστίκια ξεφλουδισμένα στο διάδρομο των σνακ.
02
φιστικιά, πιστάκια
small tree of southern Europe and Asia Minor bearing small hard-shelled nuts



























