Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pioneer
01
ήρωας, καινοτομώ
to be the first one to do, use, invent, or discover something
Transitive: to pioneer a development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pioneer
γ΄ ενικό πρόσωπο
pioneers
ενεστώτα μετοχή
pioneering
απλός αόριστος
pioneered
παθητική μετοχή
pioneered
Παραδείγματα
Marie Curie pioneered research on radioactivity.
Η Μαρί Κιουρί πρωτοπόρησε στην έρευνα για τη ραδιενέργεια.
02
πρωτοπόρος, ανοίγω το δρόμο
to create or develop a path, road, or area, often for the first time
Transitive: to pioneer a path
Παραδείγματα
The explorers pioneered a new trail through the dense forest.
Οι εξερευνητές πρωτοπόρησαν ένα νέο μονοπάτι μέσα από το πυκνό δάσος.
03
πρωτοπορώ, ανοίγω το δρόμο
to discover, explore, or develop a new area that has not been explored before
Transitive: to pioneer an area
Παραδείγματα
The astronauts will pioneer Mars, making it possible for future missions.
Οι αστροναύτες θα πρωτοπορήσουν στον Άρη, καθιστώντας δυνατές τις μελλοντικές αποστολές.
Pioneer
01
πρωτοπόρος, άποικος
an early settler or colonist who establishes residence in a previously uninhabited or sparsely populated region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pioneers
Παραδείγματα
The pioneers crossed the plains to settle the frontier.
Οι πρωτοπόροι διέσχισαν τις πεδιάδες για να εγκατασταθούν στα σύνορα.
02
πρωτοπόρος, προάγγελος
an individual who initiates or develops a new field of research, technology, or art
Παραδείγματα
She was a pioneer in renewable energy research.
Ήταν πρωτοπόρος στην έρευνα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
pioneering
pioneer



























