Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pinion
01
φτερό πτήσης, φτερό φτερού
a specific section of a bird's wing that includes the flight feathers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinions
02
πτέρωμα πτέρυγας, οποιοδήποτε από τα μεγαλύτερα φτερά πτέρυγας ή ουράς πτηνού
any of the larger wing or tail feathers of a bird
03
πινιόν, μικρός γραναζιός
a gear with a small number of teeth designed to mesh with a larger wheel or rack
to pinion
01
κόβω τα φτερά, περικόπτω τα φτερά
cut the wings off (of birds)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pinion
γ΄ ενικό πρόσωπο
pinions
ενεστώτα μετοχή
pinioning
απλός αόριστος
pinioned
παθητική μετοχή
pinioned
02
δένω, περιορίζω την κίνηση
to tie someone's arms, typically to restrain movement
Παραδείγματα
She pinioned the child's arms to prevent them from touching the hot stove.
Δέθηκε τα χέρια του παιδιού για να τα εμποδίσει από το να αγγίξουν το ζεστό σόμπα.



























