pinion
pin
ˈpɪn
pin
ion
jən
yēn
pinon

Ορισμός και σημασία του "pinion"στα αγγλικά

01

φτερό πτήσης, φτερό φτερού

a specific section of a bird's wing that includes the flight feathers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinions
02

πτέρωμα πτέρυγας, οποιοδήποτε από τα μεγαλύτερα φτερά πτέρυγας ή ουράς πτηνού

any of the larger wing or tail feathers of a bird 
03

πινιόν, μικρός γραναζιός

a gear with a small number of teeth designed to mesh with a larger wheel or rack 
to pinion
01

κόβω τα φτερά, περικόπτω τα φτερά

cut the wings off (of birds) 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pinion
γ΄ ενικό πρόσωπο
pinions
ενεστώτα μετοχή
pinioning
απλός αόριστος
pinioned
παθητική μετοχή
pinioned
02

δένω, περιορίζω την κίνηση

to tie someone's arms, typically to restrain movement 
Παραδείγματα
The police officer pinioned the suspect's arms behind their back. 

Ο αστυνομικός δέθηκε τα χέρια του υπόπτου πίσω από την πλάτη του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store