Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pillow
01
μαξιλάρι, μαξιλάρι
a cloth bag stuffed with soft materials that we put our head on when we are lying or sleeping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pillows
Παραδείγματα
The hotel provided fluffy pillows for a good night's sleep.
Το ξενοδοχείο παρείχε αφράτα μαξιλάρια για ένα καλό νυχτερινό ύπνο.
to pillow
01
ξεκουράζομαι πάνω ή σαν πάνω σε ένα μαξιλάρι, χρησιμεύω ως μαξιλάρι
rest on or as if on a pillow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pillow
γ΄ ενικό πρόσωπο
pillows
ενεστώτα μετοχή
pillowing
απλός αόριστος
pillowed
παθητική μετοχή
pillowed



























