Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pillory
01
εκθέτω σε γέλιο, εκθέτω σε δημόσιο χλευασμό
expose to ridicule or public scorn
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pillory
γ΄ ενικό πρόσωπο
pillories
ενεστώτα μετοχή
pillorying
απλός αόριστος
pilloried
παθητική μετοχή
pilloried
02
εκθέτω σε δημόσιο χλευασμό, δημόσια κριτική
to publicly criticize or mock someone
Παραδείγματα
The media pilloried the celebrity for her controversial remarks.
Τα μέσα ενημέρωσης γελοιοποίησαν τη διασημότητα για τις αμφιλεγόμενες δηλώσεις της.
03
τιμωρώ με την τοποθέτηση στον κίονα της ντροπής, εκθέτω δημόσια στον κίονα της ντροπής
punish by putting in a pillory
Pillory
01
κίονας ατίμωσης, ξύλο ντροπής
a wooden frame with holes for a human head and hands, used to publicly punish an offender in the past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pillories
Παραδείγματα
In medieval times, the pillory was commonly used to shame petty criminals.
Στους μεσαιωνικούς χρόνους, ο κλοιός χρησιμοποιούνταν συνήθως για να ντροπιάζουν τους μικροεγκληματίες.



























