pilferer
pil
ˈpɪl
πιλ
fe
φα
rer
ər
αρ

Ορισμός και σημασία του "pilferer"στα αγγλικά

01

μικροκλέφτης, πορτοφολάς

a person who steals small items quietly, without using violence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pilferers
Παραδείγματα
The pilferer took some coins. 

Ο μικροκλέφτης πήρε μερικά νομίσματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store