Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pile up
01
συσσωρεύομαι, μαζεύομαι
to increase in amount or quantity over time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
pile
ενεστώτας
pile up
γ΄ ενικό πρόσωπο
piles up
ενεστώτα μετοχή
piling up
απλός αόριστος
piled up
παθητική μετοχή
piled up
Παραδείγματα
If you don't address your issues, they'll just pile up over time.
Εάν δεν αντιμετωπίσεις τα προβλήματά σου, απλά θα συσσωρευτούν με το χρόνο.
02
σωρεύω, στοιβάζω
to stack things on top of each other
Transitive: to pile up sth
Παραδείγματα
She piled up the dirty dishes in the sink.
Σωρόθηκε τα βρώμικα πιάτα στο νεροχύτη.
03
σωρεύω, στοιβάζω
to put a large quantity or group of things in one place or on top of one another
Transitive: to pile up sth
Παραδείγματα
He's been piling up antique collections from around the world.
Έχει συσσωρεύσει συλλογές αντίκες από όλο τον κόσμο.



























