Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backdrop
01
φόντο, σκηνικό
a piece of painted cloth that is hung at the back of a theater stage as part of the scenery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backdrops
Παραδείγματα
The backdrop added depth and dimension to the stage, enhancing the overall visual impact of the production.
Το φόντο πρόσθεσε βάθος και διάσταση στη σκηνή, ενισχύοντας τη συνολική οπτική επίδραση της παραγωγής.
Λεξικό Δέντρο
backdrop
back
drop



























