backcrawl
back
bæk
μπαικ
crawl
krɔ:l
κρολ

Ορισμός και σημασία του "backcrawl"στα αγγλικά

01

ύπτια κρόουλ, κολύμβηση στην πλάτη

a swimming stroke performed on one's back, with backward arm movements and a flutter kick 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
backcrawls
Παραδείγματα
She practiced her backcrawl technique every morning at the pool. 

Εξασκούσε την τεχνική της πλάτης κάθε πρωί στην πισίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store