Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piggyback
01
μεταφορά πλάτης, μεταφορά στους ώμους
the act of carrying something piggyback
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piggybacks
to piggyback
01
μεταφέρω στην πλάτη, μεταφέρω στους ώμους
support on the back and shoulders
02
εναρμονίζω με, στοιχίζω με
bring into alignment with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
piggyback
γ΄ ενικό πρόσωπο
piggybacks
ενεστώτα μετοχή
piggybacking
απλός αόριστος
piggybacked
παθητική μετοχή
piggybacked
03
μεταφέρω με σιδηροδρομικό βαγόνι, μεταφέρω με σιδηρόδρομο
haul by railroad car
04
μεταφέρω φορτηγά τρέιλερ γεμάτα με εμπορεύματα σε βαγόνια σιδηροδρόμων, μετακινώ τρέιλερ φορτηγών φορτωμένα με αγαθά σε σιδηροδρομικά βαγόνια
haul truck trailers loaded with commodities on railroad cars
05
μεταφέρω πλάτη, καβαλάω στους ώμους
ride on someone's shoulders or back
piggyback
01
στην πλάτη ή τον ώμο, καβάλα στο γοφό
on the back or shoulder or astraddle on the hip
γραμματικές πληροφορίες
02
με piggyback, σε συνδυασμένη μεταφορά
on a railroad flatcar
Λεξικό Δέντρο
piggyback
piggy
back



























