piggyback
pi
ˈpɪ
πι
ggy
gi
γκι
back
ˌbæk
μπαικ
/pˈɪɡɪbˌæk/

Ορισμός και σημασία του "piggyback"στα αγγλικά

01

μεταφορά πλάτης, μεταφορά στους ώμους

the act of carrying something piggyback
piggyback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piggybacks
to piggyback
01

μεταφέρω στην πλάτη, μεταφέρω στους ώμους

support on the back and shoulders
to piggyback definition and meaning
02

εναρμονίζω με, στοιχίζω με

bring into alignment with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
piggyback
γ΄ ενικό πρόσωπο
piggybacks
ενεστώτα μετοχή
piggybacking
απλός αόριστος
piggybacked
παθητική μετοχή
piggybacked
03

μεταφέρω με σιδηροδρομικό βαγόνι, μεταφέρω με σιδηρόδρομο

haul by railroad car
04

μεταφέρω φορτηγά τρέιλερ γεμάτα με εμπορεύματα σε βαγόνια σιδηροδρόμων, μετακινώ τρέιλερ φορτηγών φορτωμένα με αγαθά σε σιδηροδρομικά βαγόνια

haul truck trailers loaded with commodities on railroad cars
05

μεταφέρω πλάτη, καβαλάω στους ώμους

ride on someone's shoulders or back
01

στην πλάτη ή τον ώμο, καβάλα στο γοφό

on the back or shoulder or astraddle on the hip
γραμματικές πληροφορίες
02

με piggyback, σε συνδυασμένη μεταφορά

on a railroad flatcar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store