pierced
pierced
pɪəst
πιεστ

Ορισμός και σημασία του "pierced"στα αγγλικά

01

τρυπημένος, διάτρητος

having a hole cut through 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unpierced
pierced
pierce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store