pie
Pronunciation
/paɪ/

Ορισμός και σημασία του "pie"στα αγγλικά

01

πίτα, πηγιότα

a food that is made by baking fruits, vegetables, or meat inside one or multiple layers of pastry
pie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pies
Παραδείγματα
We shared a piece of apple pie for dessert.
Μοιραστήκαμε ένα κομμάτι μηλόπιτα για επιδόρπιο.
02

ολόκληρη πίτσα, μεγάλη πίτσα

(New York) pizza, typically a whole pie or large pizza
slang
Παραδείγματα
I brought a veggie pie for the party.
Έφερα μια χορτοφαγική πίτσα για το πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store