Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
picturesquely
01
ζωγραφικά, με ζωγραφικό τρόπο
in a visually charming, vivid, or scenic manner
Παραδείγματα
Old fishermen 's boats were picturesquely moored along the shore.
Τα σκάφη των γερόντων ψαράδων ήταν ζωγραφικά αγκυροβολημένα κατά μήκος της ακτής.
Λεξικό Δέντρο
picturesquely
picturesque



























