Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pickpocket
01
πορτοφολάς, κλεφτάνθρωπος
a criminal who steals money or other goods from people's pockets or bags
Παραδείγματα
He had to cancel his credit cards after a pickpocket took his wallet during the festival.
Έπρεπε να ακυρώσει τις πιστωτικές του κάρτες αφού ένας πορτοφολάς του πήρε το πορτοφόλι του κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.



























