pickle
Pronunciation
/ˈpɪkəl/

Ορισμός και σημασία του "pickle"στα αγγλικά

01

πίκλα, αγγουράκι τουρσί

a vegetable, usually a small cucumber, that is preserved in salt water or vinegar
Dialectamerican flagAmerican
gherkinbritish flagBritish
pickle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pickles
Παραδείγματα
When I tasted the pickles, I was pleasantly surprised by the perfect balance of sourness and spices.
Όταν δοκίμασα τις πίκλες, ευχάριστα εξεπλάγην από την τέλεια ισορροπία ξινίσματος και μπαχαρικών.
02

μπλέξιμο, δύσκολη θέση

a challenging or troublesome predicament
Παραδείγματα
The team 's late arrival put them in a pickle for the start of the game.
Η καθυστερημένη άφιξη της ομάδας τους έβαλε σε δύσκολη θέση για την έναρξη του παιχνιδιού.
to pickle
01

τουρσιάζω, διατηρώ σε ξύδι

to preserve or flavor food by soaking it in a vinegar or salt water solution
Transitive: to pickle food
to pickle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pickle
γ΄ ενικό πρόσωπο
pickles
ενεστώτα μετοχή
pickling
απλός αόριστος
pickled
παθητική μετοχή
pickled
Παραδείγματα
Pickling carrots in a spiced vinegar solution adds a zesty flavor to salads.
Η τουρσί των καρότων σε μια πικάντικη λύση ξιδιού προσθέτει μια πικάντικη γεύση στις σαλάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store