Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pickle
01
πίκλα, αγγουράκι τουρσί
a vegetable, usually a small cucumber, that is preserved in salt water or vinegar
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pickles
Παραδείγματα
She packed a lunchbox with a turkey sandwich layered with pickles.
Συσκέυασε ένα ταπεράκι με ένα σάντουιτς γαλοπούλας στρωμένο με πίκλες.
02
μπλέξιμο, δύσκολη θέση
a challenging or troublesome predicament
Παραδείγματα
He found himself in a pickle when he realized he'd lost his wallet.
Βρέθηκε σε μπούλι όταν συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει το πορτοφόλι του.
to pickle
01
τουρσιάζω, διατηρώ σε ξύδι
to preserve or flavor food by soaking it in a vinegar or salt water solution
Transitive: to pickle food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pickle
γ΄ ενικό πρόσωπο
pickles
ενεστώτα μετοχή
pickling
απλός αόριστος
pickled
παθητική μετοχή
pickled
Παραδείγματα
She pickles cucumbers in a vinegar solution with dill and garlic for a tangy snack.
Αυτή τουρσιάζει αγγούρια σε ένα διάλυμα ξιδιού με άνηθο και σκόρδο για ένα πικάντικο σνακ.



























