back burner
back
ˈbæk
μπαικ
bur
bɜ:
μπερ
ner
να

Ορισμός και σημασία του "back burner"στα αγγλικά

01

σε δεύτερη μοίρα, αφημένο για αργότερα

a state of low priority where something is set aside to be dealt with later 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Due to the budget constraints, we had to put the new office expansion project on the back burner. 

Το σχέδιο επέκτασης έχει μπει σε δεύτερη μοίρα μέχρι να βελτιωθούν οι πωλήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store