Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Back burner
01
δεύτερο πλάνο, χαμηλή προτεραιότητα
a state of low priority where something is set aside to be dealt with later
Παραδείγματα
The plan to renovate the house was put on the back burner after unexpected medical expenses arose.
Το σχέδιο ανακαίνισης του σπιτιού μπήκε σε δεύτερη μοίρα μετά από απροσδόκητα ιατρικά έξοδα.



























