bachelorhood
ba
ˈbæ
che
ʧə
chē
lor
hood
ˌhʊd
hood

Ορισμός και σημασία του "bachelorhood"στα αγγλικά

01

εγγαμία, ζωή εγγαμου

the condition of being a single, unmarried man 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
αρσενικό ενικό
bachelorhood
θηλυκό ενικό
spinsterhood
neutral form
singleness
Παραδείγματα
He enjoyed the freedom of bachelorhood. 

Απόλαυσε την ελευθερία της ανδρικής ελευθερίας.

02

εγγαμία, ζωή εγγαμου

the time of a man's life prior to marriage 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bachelorhood
bachelor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store