Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bachelorhood
01
εγγαμία, ζωή εγγαμου
the condition of being a single, unmarried man
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He enjoyed the freedom of bachelorhood.
Απόλαυσε την ελευθερία της ανδρικής ελευθερίας.
02
εγγαμία, ζωή εγγαμου
the time of a man's life prior to marriage
Λεξικό Δέντρο
bachelorhood
bachelor



























