Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
physiologically
01
φυσιολογικά, με φυσιολογικό τρόπο
in a way related to the functions and processes of living organisms, especially concerning the body's physical and chemical processes
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The changes in the patient's condition were assessed physiologically, considering factors such as heart rate and blood pressure.
Οι αλλαγές στην κατάσταση του ασθενούς αξιολογήθηκαν φυσιολογικά, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
physiologically
physiological



























