Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phiz
01
φάτσα, πρόσωπο
the human face (`kisser' and `smiler' and `mug' are informal terms for `face' and `phiz' is British)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phizzes
02
Άγγλος εικονογράφος πολλών μυθιστορημάτων του Ντίκενς (1815-1882), Φιζ
English illustrator of several of Dickens' novels (1815-1882)



























