philharmonic
Pronunciation
/ˌfɪɫˌhɑɹˈmɑnɪk/

Ορισμός και σημασία του "philharmonic"στα αγγλικά

philharmonic
01

φιλαρμονικός, ορχηστρικός

composing or characteristic of an orchestral group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

φιλαρμονικός, μουσικόφιλος

devoted to or appreciative of music
01

φιλαρμονική, φιλαρμονική ορχήστρα

a large orchestra; can perform symphonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
philharmonics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store