Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
philharmonic
01
φιλαρμονικός, ορχηστρικός
composing or characteristic of an orchestral group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
φιλαρμονικός, μουσικόφιλος
devoted to or appreciative of music
Philharmonic
01
φιλαρμονική, φιλαρμονική ορχήστρα
a large orchestra; can perform symphonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
philharmonics
Λεξικό Δέντρο
philharmonic
philharmon



























