babyish
ba
ˈbeɪ
bei
byish
biɪʃ
biish

Ορισμός και σημασία του "babyish"στα αγγλικά

01

παιδιάστικος, βρεφικός

characterized by features associated with a baby 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most babyish
συγκριτικός βαθμός
more babyish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His babyish laughter echoed through the room, filling the atmosphere with joy and innocence. 

Το παιδικό γέλιο του αντήχησε στο δωμάτιο, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με χαρά και αθωότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store