Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
babyish
01
παιδιάστικος, βρεφικός
characterized by features associated with a baby
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most babyish
συγκριτικός βαθμός
more babyish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, characteristics, development
Παραδείγματα
His babyish laughter echoed through the room, filling the atmosphere with joy and innocence.
Το παιδικό γέλιο του αντήχησε στο δωμάτιο, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με χαρά και αθωότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
babyish
baby
bab



























