Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
babyish
01
παιδιάστικος, βρεφικός
characterized by features associated with a baby
Παραδείγματα
The babyish joy expressed through the toddler's laughter echoed in the playground.
Η παιδική χαρά που εκφράστηκε μέσα από το γέλιο του νηπίου αντηχούσε στην παιδική χαρά.
Λεξικό Δέντρο
babyish
baby
bab



























