Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
philanthropic
01
φιλανθρωπικός, αλτρουιστικός
(of a person or organization) having a desire to promote the well-being of others, typically through charitable donations or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most philanthropic
συγκριτικός βαθμός
more philanthropic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The philanthropic spirit of the community was evident in their support for local schools, hospitals, and environmental projects.
Το φιλανθρωπικό πνεύμα της κοινότητας ήταν εμφανές στην υποστήριξή τους για τα τοπικά σχολεία, τα νοσοκομεία και τα περιβαλλοντικά έργα.
Λεξικό Δέντρο
philanthropic
philanthrop



























