Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to phase in
01
εισάγω σταδιακά, εφαρμόζω σε φάσεις
to introduce something in stages over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
phase
ενεστώτας
phase in
γ΄ ενικό πρόσωπο
phases in
ενεστώτα μετοχή
phasing in
απλός αόριστος
phased in
παθητική μετοχή
phased in
Παραδείγματα
We'll phase in the updated training program over the next six months to make the transition smoother for everyone.
Θα εισάγουμε σταδιακά το ενημερωμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης τα επόμενα έξι μήνες για να κάνουμε τη μετάβαση πιο ομαλή για όλους.



























