Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to phase in
[phrase form: phase]
01
εισάγω σταδιακά, εφαρμόζω σε φάσεις
to introduce something in stages over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
phase
ενεστώτας
phase in
γ΄ ενικό πρόσωπο
phases in
ενεστώτα μετοχή
phasing in
απλός αόριστος
phased in
παθητική μετοχή
phased in
Παραδείγματα
The government plans to phase in the new tax regulations over the next three years.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να εισάγει σταδιακά τους νέους φορολογικούς κανονισμούς τα επόμενα τρία χρόνια.



























