petulant
pe
ˈpɛ
pe
tu
tjʊ
tyoo
lant
lənt
lēnt

Ορισμός και σημασία του "petulant"στα αγγλικά

01

ευερέθιστος, ιδιότροπος

showing sudden impatience, especially over minor matters 
petulant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most petulant
συγκριτικός βαθμός
more petulant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The child became petulant when asked to finish his homework. 

Το παιδί έγινε ιδιότροπο όταν του ζητήθηκε να τελειώσει την εργασία του.

Λεξικό Δέντρο

petulantly
petulant
petul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store