Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
petulant
01
ευερέθιστος, ιδιότροπος
showing sudden impatience, especially over minor matters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most petulant
συγκριτικός βαθμός
more petulant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, emotion, personality
Παραδείγματα
The child became petulant when asked to finish his homework.
Το παιδί έγινε ιδιότροπο όταν του ζητήθηκε να τελειώσει την εργασία του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
petulantly
petulant
petul



























