petrous
petrous
'pɛtrəs
petrēs

Ορισμός και σημασία του "petrous"στα αγγλικά

01

πετρώδης, σχετικός με το σκληρό μέρος του κρανίου κοντά στο αυτί

relating to the hard part of the skull near the ear 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The archaeologist carefully examined the petrous part of the skull for DNA extraction. 

Ο αρχαιολόγος εξέτασε προσεκτικά το πετρώδες μέρος του κρανίου για την εξαγωγή DNA.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store