babbling
babb
ˈbæb
bāb
ling
lɪng
ling
bubbling

Ορισμός και σημασία του "babbling"στα αγγλικά

01

καταλαλαγμός, μουρμουρητό

the continuous, soft, and unclear noises, like the sound of a baby 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
babblings
Παραδείγματα
The baby's sweet babbling filled the room with joyous sounds. 

Το γλυκό φλυαρητό του μωρού γέμισε το δωμάτιο με χαρούμενους ήχους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

babbling
babble
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store